ὕβρις

ἡ ὕβρις, εως ['чрезмерность'] 1. надменность, гордыня; 2. наглый поступок, обида; насилие

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ὕβρις" в других словарях:

  • ὑβρίς — the great eagle owl fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ύβρις — (I) εως, η / ὕβρις, ΝΜΑ, τ. γεν. και εος και επικ. και ιων. τ. ιος, Α 1. έκφραση, λόγος ή πράξη που προσβάλλει την αξιοπρέπεια ή την τιμή κάποιου 2. (ιδίως στην αρχ. ελλ. τραγωδία και σχετικά με τον τραγικό ήρωα) αλαζονική και αυθάδης συμπεριφορά …   Dictionary of Greek

  • Ὕβρις — Ὕβρῑς , Ὕβρις fem acc pl (epic doric ionic aeolic) Ὕβρις fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὕβρις — ὕβρῑς , ὕβρις wanton violence fem acc pl (epic doric ionic aeolic) ὕβρις wanton violence fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υβρίς — ίδος, ἡ, Α νυκτερινό σαρκοφάγο όρνεο, πιθανώς ο βύας ο μέγας, κν. γνωστός σήμερα ως μπούφος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὕβρις, με καταβιβασμό τού τόνου, πιθ. κατά το ἀηδον ίς] …   Dictionary of Greek

  • Ὕβρισ' — Ὕβρισι , Ὕβρις fem dat pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὕβρισ' — ὕβρισι , ὕβρις wanton violence fem dat pl (epic doric ionic aeolic) ὕ̱βρισα , ὑβρίζω wax wanton aor ind act 1st sg ὕ̱βρισο , ὑβρίζω wax wanton plup ind mp 2nd sg ὕ̱βρισο , ὑβρίζω wax wanton perf imperat mp 2nd sg ὕ̱βρισε , ὑβρίζω wax wanton aor… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ύβρις — [иврис] ουσ. Θ. оскорбление, брань, ругань …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Ὕβρει — Ὕβρις fem nom/voc/acc dual (attic epic) Ὕβρεϊ , Ὕβρις fem dat sg (epic) Ὕβρις fem dat sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὕβρει — ὕβρις wanton violence fem nom/voc/acc dual (attic epic) ὕβρεϊ , ὕβρις wanton violence fem dat sg (epic) ὕβρις wanton violence fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ХЮБРИС —    • Ύβρις,          было каждое оскорбление δι αι̉σχρουργίας, телесное насилие (напр., варварское обращение с рабами), διὰ πληγω̃ν, ударами, διὰ λόγων, бранью. Оба первые рода могли сделаться предметом γραφὴ ύβρεως. Наказание зависело от… …   Реальный словарь классических древностей

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.